Τον συνάντησα σήμερα το μεσημέρι στο δρόμο.
Είχα χρόνια να τον δω.
Αγκαλιαστήκαμε όπως κάνουν οι παλιοί φίλοι που έχουν καιρό να
ειδωθούνε «που είσαι» του είπα «που χάθηκες»
«έχω πέντε χρόνια στο Μιλάνο» είπε δίνοντας την πιο απρόσμενη
απάντηση που θα περίμενα “κατάφερε να ‘δραπετεύσει’
σκέφτηκα δανειζόμενος τη λέξη από το στιχάκι που είχαμε για
σημαία στα νιάτα μας: πόσων λογιών παλικαριές, η μια να δραπετεύσης
Το επανέλαβα φωναχτά σαν εύσημο για το ότι κατόρθωσε
να το κάνει πραγματικότητα.
Του άρεσε και χαμογέλασε, η συνέχεια όμως δεν συνάδει με
αυτόν τον υπέρτατο σκοπό που είχαμε θέσει κάποτε.
Τα χρόνια της ‘δραπέτευσής’ του ήταν δύσκολα.
Γεμάτα απογοητεύσεις τόσο στα επαγγελματικά,
όσο και στα οικογενειακά.
Πηγαινοέρχεται Ελλάδα-Ιταλία ψάχνοντας δουλειά
και κάποιες κλεφτές στιγμές με το γιο του που μένει εδώ
με την εν διαστάσει σύζυγό του.
Χαμογελάσαμε όταν θυμηθήκαμε τις εποχές που θεωρούσαμε
δεδομένο το ότι θα ‘δραπετεύσουμε’. Τότε μιλούσαμε για τον κόλπο
της Βεγγάλης και για το Μπαλί «ένας φίλος μου από το Μιλάνο»
μου είπε «έφυγε με 210 Ευρώ στην τσέπη και πήγε με ότοστοπ στο Βιετνάμ.
Είναι εκεί πάνω από ένα χρόνο.
Το διαμερισματάκι που είχε στο Μιλάνο το νοίκιασε για 300Ευρώ
το μήνα και μ’ αυτά τα λεφτά ζει σαν βασιλιάς»
«ρε παναθεμάσε» του είπα αστειευόμενος «και στην Ιταλία που πήγες
με τέτοιους τυχοδιώκτες κάνεις παρέα;»
Κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας, το βλέμμα του όμως ήταν απλανές.
Κάπου ταξίδεψε για ελάχιστα απειροδευτερόλεπτα. Μια
συγκεχυμένη πνοή ανατάραξε τη σκέψη του.
Θα ήθελα να δω τι έβλεπε, η πραγματοποίηση όμως κάτι τέτοιου με τρόμαξε.
Επανήλθε στην πραγματικότητα όταν χτύπησε το κινητό του
«παρακαλώ» απάντησε.
Η αμηχανία φάνηκε στο τρεμάμενο δάχτυλο που πήγε να κλείσει
το αυτί του για να ακούσει καλύτερα, «ο ίδιος» συνέχισε για να πει
αμέσως μετά «είναι η δεύτερη δόση που έμεινε απλήρωτη.
Θα την ταχτοποιήσω μέχρι τη Δευτέρα».
Τώρα ήταν μόνος του, ούτε εγώ, ούτε οι πεζοί που περνούσαν από
δίπλα του και το όνειρο της ‘δραπέτευσης’ τόσο παρωχημένο όσο ποτέ.
Τον καταλαβαίνω απόλυτα γιατί ζω κι εγώ τον
εφιάλτη του ημερολόγιου.
Κάθε μέρα και μια σημείωση για ένα λογαριασμό
-φως, νερό, τηλέφωνο, κάρτες, ενοίκιο.
Και τόσες σκοτούρες για τη δουλειά,
την οικογένεια και το αβέβαιο μέλλον.
Τα συστατικά της καθημερινότητας απομυζούν κάθε ελεύθερη
ικμάδα του εαυτού μου και καταστούν τη Βεγγάλη και
το Μπαλί όνειρα που περιμένουν το χαμένο αύριο που πλανάτε
όλο και πιο μακριά μου.
Και να σας πω την αλήθεια, δεν με ενδιαφέρει η Βεγγάλη.
Το πιο εξωτικό που θα ήθελα να βρεθώ είναι ένας κόσμος όπου
δεν θα φοβάσαι τον διπλανό σου, όπου τα χαμόγελα και οι χειραψίες
θα είναι αληθινά και όχι πελατειακά, όπου η αγάπη και η
συντροφικότητα θα είναι αξίες και όχι προϊόντα που θα βρίσκεις
στα ράφια των σούπερ μάρκετ, όπου ο κινητήριος μοχλός για
την προσωπική μου βελτίωση δεν θα είναι η ανταγωνιστική
μανία να ξεπεράσω τον συνάνθρωπό μου.
Φίλε μου! κυνηγούσαμε τα μεγάλα όνειρα και χάσαμε την απλή καθημερινότητα,
την ομορφιά της απλή στιγμής.
Κάποιος μας έκλεψε την ουσία της ύπαρξής μας.
Και το κυριότερο συναινέσαμε, βάλαμε την υπογραφή μας.



